- ἀνάλκεια
- ἀν-άλκεια, Kraftlosigkeit, Schwäche
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
ανάλκεια — ἀνάλκεια, η (Α) [ἀναλκής] έλλειψη αλκής, αδυναμία, δειλία … Dictionary of Greek
ἀναλκείης — ἀνάλκεια want of strength fem gen sg (epic ionic) ἀνάλκεια want of strength fem gen sg (epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀναλκείῃ — ἀνάλκεια want of strength fem dat sg (epic ionic) ἀνάλκεια want of strength fem dat sg (epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀναλκείῃσι — ἀνάλκεια want of strength fem dat pl (epic ionic) ἀνάλκεια want of strength fem dat pl (epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀναλκείῃσιν — ἀνάλκεια want of strength fem dat pl (epic ionic) ἀνάλκεια want of strength fem dat pl (epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀναλκείη — ἀνάλκεια want of strength fem nom/voc sg (epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀναλκείην — ἀνάλκεια want of strength fem acc sg (epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀναλκίας — ἀναλκί̱ᾱς , ἀνάλκεια want of strength fem acc pl (ionic) ἀναλκί̱ᾱς , ἀνάλκεια want of strength fem gen sg (attic doric ionic aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
αναλκής — ἀναλκής, ές (Α) βλ. ἄναλκις. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀν στερ. + ἀλκή. ΠΑΡ. αρχ. ἀνάλκεια] … Dictionary of Greek
ἀναλκίης — ἀναλκί̱ης , ἀνάλκεια want of strength fem gen sg (epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀναλκίῃσιν — ἀναλκί̱ῃσιν , ἀνάλκεια want of strength fem dat pl (epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)